Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

legalem
banquero de inversiones

Oxford Spanish Dictionary

merchant banker ΟΥΣ βρετ

Oxford Spanish Dictionary

banker [αμερικ ˈbæŋkər, βρετ ˈbaŋkə] ΟΥΣ

1. banker ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

banquero αρσ / banquera θηλ

2. banker (in gambling):

banca θηλ

I. merchant [αμερικ ˈmərtʃənt, βρετ ˈməːtʃ(ə)nt] ΟΥΣ

1.1. merchant (retailer):

comerciante αρσ θηλ

1.2. merchant ΙΣΤΟΡΊΑ:

mercader αρσ

2. merchant βρετ οικ:

agorero αρσ / agorera θηλ
chismoso αρσ / chismosa θηλ
conduce como un loco esp Ισπ οικ

II. merchant [αμερικ ˈmərtʃənt, βρετ ˈməːtʃ(ə)nt] ΕΠΊΘ προσδιορ

στο λεξικό PONS

banker [ˈbæŋkəʳ, αμερικ -kɚ] ΟΥΣ

banquero(-a) αρσ (θηλ)

merchant [ˈmɜ:tʃənt, αμερικ ˈmɜ:r-] ΟΥΣ

comerciante αρσ θηλ
στο λεξικό PONS

banker [ˈbæŋ·kər] ΟΥΣ

banquero(-a) αρσ (θηλ)

merchant [ˈmɜr·tʃənt] ΟΥΣ

comerciante αρσ θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

He was a merchant banker who, with others, lent money under usurious conditions during the crusades with the consent and support of the papacy.
en.wikipedia.org
The issuer shall appoint at least one merchant banker.
www.dnaindia.com
He subsequently pursued a career as a businessman and merchant banker, but remained friendly with former colleagues in the intelligence world.
en.wikipedia.org
There are certain obligations which are to be undertaken by the merchant banker.
en.wikipedia.org
The former merchant banker has said he would prefer that to trying to understand why his father had left the family for "no apparent reason".
www.telegraph.co.uk

Αναζήτηση "merchant banker" σε άλλες γλώσσες