Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

désenvoûter
Agent

στο λεξικό PONS

com·mer·cial ˈagent ΟΥΣ

Agent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

agent [ˈeɪʤənt] ΟΥΣ

1. agent:

[Stell]vertreter(in) αρσ (θηλ)
Agent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
Versicherungsvertreter(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
Reisebürokaufmann(-frau) αρσ (θηλ) <-(e)s, -männer [o. -leute]; -, -en>
Reiseveranstalter(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

2. agent (of a secret service):

Agent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
Spion(in) αρσ (θηλ) <-s, -e; -, -nen>
Geheimagent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en; -, -nen>
Undercoveragent(in) αρσ (θηλ)

3. agent (substance):

Mittel ουδ <-s, ->
Wirkstoff αρσ <-(e)s, -e>
Reinigungsmittel ουδ <-s, ->

4. agent (one that acts):

Handelnde(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

5. agent (force):

[Wirk]kraft θηλ
Ursache θηλ <-, -n>

6. agent ΝΟΜ:

Zustellungsbevollmächtigte(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

I. com·mer·cial [kəˈmɜ:ʃəl, αμερικ -ˈmɜ:r-] ΕΠΊΘ

1. commercial (relating to commerce):

Handelsunternehmen ουδ <-s, ->

2. commercial μειωτ (profit-orientated):

commercial production, movie, record
commercial production, movie, record

3. commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV (paid for by advertisements):

Werbefunk αρσ <-s> kein pl
Werbefernsehen ουδ <-s> kein pl
Privatfernsehen ουδ <-s> kein pl

4. commercial (available to general public):

II. com·mer·cial [kəˈmɜ:ʃəl, αμερικ -ˈmɜ:r-] ΟΥΣ

Werbespot αρσ <-s, -s>
Καταχώριση OpenDict

agent ΟΥΣ

agent ΝΟΜ
Καταχώριση OpenDict

commercial ΕΠΊΘ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

commercial agent ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Agent αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

agent ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

commercial ΕΠΊΘ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

He had a long and successful career as a statesman, commercial agent, and translator.
en.wikipedia.org
The transition to commercial agent came easily, given her background.
www.sunshinecoastdaily.com.au
They were peddlers, clothes dealers, cattle merchants and small-scale commercial agents.
en.wikipedia.org
She got her commercial agent and booked her first audition, claiming acting was always just something she did on the side to make money for college and music equipment.
en.wikipedia.org
He also worked as a commercial agent for the company.
www.bigcountryhomepage.com

Αναζήτηση "commercial agent" σε άλλες γλώσσες