Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

canterà
Sorten

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

va·ri·ety [vəˈraɪəti, αμερικ -ət̬i] ΟΥΣ

1. variety no pl:

Vielfalt θηλ <->
variety ΟΙΚΟΝ
Auswahl θηλ <->

2. variety no pl (differing from one another):

3. variety no pl:

variety of products ΕΜΠΌΡ
Angebotsvielfalt θηλ <-> kein pl

4. variety (category):

Art θηλ <-, -en>
Variation θηλ <-, -en>
variety ΒΙΟΛ
Spezies θηλ <-, ->

5. variety no pl (entertainment):

Variété ουδ

ιδιωτισμοί:

variety is the spice of life παροιμ

va·ˈri·ety thea·tre ΟΥΣ βρετ

ˈgar·den-va·ri·ety ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ αμερικ

va·ˈri·ety meats ΟΥΣ

variety meats πλ αμερικ:

va·ˈri·ety act ΟΥΣ

va·ˈri·ety show ΟΥΣ

va·ˈri·ety store ΟΥΣ αμερικ

Kramladen αρσ <-s, -läden> οικ
Krämerladen αρσ CH
A oft Greißler αρσ
Καταχώριση OpenDict

language variety ΟΥΣ

language variety ΓΛΩΣΣ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
plant varieties protection

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

variety of products ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

high yield variety [ˌhaɪjiːldˈvəraɪəti] ΟΥΣ

high yield rice variety

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Several varieties are available, including homestyle, blueberry, strawberry, apple cinnamon, buttermilk, and chocolate chip.
en.wikipedia.org
This and other recent varieties have been produced by using genetic engineering.
en.wikipedia.org
It is supposed to be flat in multitude of varieties, each with different flavour and lavishly decorated.
en.wikipedia.org
Gladioli have been extensively hybridized and a wide range of ornamental flower colours are available from the many varieties.
en.wikipedia.org
Naturally the cyborgs have developed their own varieties of the plant which are especially intoxicating.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "varieties" σε άλλες γλώσσες