Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
passage [βρετ ˈpasɪdʒ, αμερικ ˈpæsɪdʒ] ΟΥΣ
1. passage:
2. passage ΑΝΑΤ:
4. passage (movement):
5. passage ΝΟΜ:
I. underground ΟΥΣ [βρετ ˈʌndəɡraʊnd, αμερικ ˈəndərˌɡraʊnd]
1. underground βρετ ΜΕΤΑΦΟΡΈς:
2. underground (secret movement):
3. underground:
-
- underground αρσ
II. underground ΕΠΊΘ [βρετ ˈʌndəɡraʊnd, αμερικ ˈəndərˌɡraʊnd]
1. underground (below ground):
- underground tunnel, shelter
-
2. underground (secret):
- underground newspaper, movement, activity
-
3. underground:
III. underground ΕΠΊΡΡ [βρετ ʌndəˈɡraʊnd, αμερικ ˌəndərˈɡraʊnd]
στο λεξικό PONS
underground passage ΟΥΣ
passage [ˈpæsɪdʒ] ΟΥΣ
1. passage (act or process of moving through):
I. underground [ˈʌndəgraʊnd, αμερικ -dɚ-] ΕΠΊΘ
1. underground (below earth surface):
2. underground (clandestine):
3. underground ΤΈΧΝΗ, ΜΟΥΣ:
-
- underground αμετάβλ
II. underground [ˈʌndəgraʊnd, αμερικ -dɚ-] ΕΠΊΡΡ
1. underground (beneath the ground):
2. underground (secretly):
III. underground [ˈʌndəgraʊnd, αμερικ -dɚ-] ΟΥΣ
1. underground no πλ βρετ (trains):
2. underground (clandestine movement):
3. underground (alternative group):
underground passage ΟΥΣ
passage [ˈpæs·ɪdʒ] ΟΥΣ
1. passage (act or process of moving through):
I. underground [ˈʌn·dər·graʊnd] ΕΠΊΘ
1. underground (below earth surface):
2. underground (clandestine):
3. underground ΤΈΧΝΗ, ΜΟΥΣ:
-
- underground αμετάβλ
II. underground [ˈʌn·dər·graʊnd] ΕΠΊΡΡ
1. underground (beneath the ground):
2. underground (secretly):
III. underground [ˈʌn·dər·graʊnd] ΟΥΣ
1. underground (clandestine movement):
2. underground (alternative group):
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.