στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
I. animale [aniˈmale] ΕΠΊΘ
II. animale [aniˈmale] ΟΥΣ αρσ
1. animale:
2. animale (persona rozza):
III. animale [aniˈmale]
animalesco <πλ animaleschi, animalesche> [animaˈlesko, ski, ske] ΕΠΊΘ
1. animalesco (di animale):
2. animalesco (bestiale):
- animalesco istinti, comportamento
-
- animalesco istinti, comportamento
-
- animalesco istinti, comportamento
-
pusillanimamente [puzillanimaˈmente] ΕΠΊΡΡ
στο λεξικό PONS
I. animale [a·ni·ˈma:·le] ΟΥΣ αρσ
animalesco (-a) <-schi, -sche> [a·ni·ma·ˈles·ko] ΕΠΊΘ (istinto, fattezze, ritmo)
- animalesco (-a)
-
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.