Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

fähigkeit
harmful

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

nocivo [noˈtʃivo] ΕΠΊΘ

nocivo gas, prodotto, effetto, rifiuti:

nocivo
nocivo
nocivo per la salute
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
nocivo
nocivo
harmful bacteria, chemical, ray
nocivo
nocivo (to a, per)
deleterious λογοτεχνικό
nocivo
nocivo, dannoso (to a, per)
injurious to health, economy
dannoso a or per, nocivo a
animale αρσ nocivo
insetto αρσ nocivo
nocivo

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

nocivo (-a) [no·ˈtʃi:·vo] ΕΠΊΘ

nocivo (-a)
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
nocivo, -a
nocivo, -a
nocivo, -a
animale αρσ nocivo
nocivo, -a
nocivo, -a

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Agosto porta con sé un'estate calda e molti insetti nocivi.
it.wikipedia.org
I parlamentari hanno definito tali trattamenti indigeribili e nocivi.
it.wikipedia.org
Tuttavia, questo processo può generare effetti indesiderati, in quanto può posizionarsi non correttamente nel genoma dell'ospite o portare mutazioni nocive.
it.wikipedia.org
Gli studiosi si occuparono anche di biologia nella difesa dell'ambiente e delle coltivazioni degli insetti nocivi.
it.wikipedia.org
L'esposizione ripetuta al fenolo può avere effetti nocivi anche sul fegato e sui reni.
it.wikipedia.org