Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

näherungswert
nominal voltage

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. nomin|al (nominale) <αρσ πλ nominaux> [nɔminal, o] ΕΠΊΘ

1. nominal:

nominal (nominale) ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ hausse, taux

2. nominal (par nom):

3. nominal ΤΕΧΝΟΛ (indiqué):

nominal (nominale) puissance, rendement

4. nominal ΓΛΩΣΣ:

nominal (nominale) forme, emploi

II. nomin|al ΟΥΣ αρσ

nomin|al αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ (d'action):

tension [tɑ̃sjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. tension:

2. tension ΙΑΤΡ:

3. tension ΗΛΕΚ:

a tension of 3, 000 volts
sous tension circuit, fil
sous tension appareil

4. tension (discorde):

5. tension ΦΥΣ:

6. tension ΦΩΝΗΤ:

στο λεξικό PONS

nominal(e) <-aux> [nɔminal, o] ΕΠΊΘ

tension [tɑ̃sjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. tension (état tendu) a. ΤΕΧΝΟΛ, ΦΥΣ:

2. tension ΗΛΕΚ:

3. tension ΙΑΤΡ:

στο λεξικό PONS

nominal(e) <-aux> [nɔminal, -o] ΕΠΊΘ

tension [tɑ͂sjo͂] ΟΥΣ θηλ

1. tension (état tendu) a. ΤΕΧΝΟΛ, ΦΥΣ:

2. tension ΗΛΕΚ:

3. tension ΙΑΤΡ:

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

tension nominale

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

On peut donc avoir la formation d'une surtension de plusieurs fois la tension nominale au moment de la connexion.
fr.wikipedia.org
Une fois que la tension nominale est atteinte, on augmente la fréquence d'alimentation de la machine sans augmenter sa tension.
fr.wikipedia.org
Elle est exprimée en pourcentage de la tension nominale.
fr.wikipedia.org
Concrètement, une surtension allant jusqu'à deux fois la tension continue du circuit intermédiaire, soit 3,1 fois la tension nominale de la ligne peut apparaître.
fr.wikipedia.org
Le démarrage le plus efficace est obtenu en réglant l'autotransformateur à environ 65-80% de la tension nominale.
fr.wikipedia.org