Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Mafia
debe

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. owe [αμερικ oʊ, βρετ əʊ] ΡΉΜΑ μεταβ

1.1. owe (financially):

adeudar τυπικ
to owe sb for sth
deberle algo a alguien

1.2. owe (be obliged to give, do):

owe explanation/apology/favor

2.1. owe (be indebted for):

2.2. owe (be influenced by):

II. owe [αμερικ oʊ, βρετ əʊ] ΡΉΜΑ αμετάβ

to owe for sth
to owe obedience to sb τυπικ
to owe allegiance to sb ΙΣΤΟΡΊΑ
deber tributo a alguien
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
moneys o monies owed to you τυπικ
the money I owe the IRS αμερικ
¿cuánto o οικ qué se debe?

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. owe [əʊ, αμερικ oʊ] ΡΉΜΑ μεταβ

II. owe [əʊ, αμερικ oʊ] ΡΉΜΑ αμετάβ

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
to owe a favour [or favor αμερικ]
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. owe [oʊ] ΡΉΜΑ μεταβ

II. owe [oʊ] ΡΉΜΑ αμετάβ

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
to owe sth
Present
Iowe
youowe
he/she/itowes
weowe
youowe
theyowe
Past
Iowed
youowed
he/she/itowed
weowed
youowed
theyowed
Present Perfect
Ihaveowed
youhaveowed
he/she/ithasowed
wehaveowed
youhaveowed
theyhaveowed
Past Perfect
Ihadowed
youhadowed
he/she/ithadowed
wehadowed
youhadowed
theyhadowed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

When asked what he owed his investors he replied: dead donkey ears.
en.wikipedia.org
I owed it to that awkward, angsty 13-year-old inside of me to be over the moon with excitement.
www.npr.org
Consequences of non-payment vary by jurisdiction, the length of time the parent has been noncompliant, and the amount owed.
en.wikipedia.org
The three players were owed back pay, and claimed the missed checks breached their contracts.
en.wikipedia.org
Paradoxically, the more the debtors paid, the more they owed.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "owed" σε άλλες γλώσσες