Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Schlängeln
ocupado

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. busy <busier, busiest> [αμερικ ˈbɪzi, βρετ ˈbɪzi] ΕΠΊΘ

1. busy (occupied):

busy person

2. busy street/market:

3. busy ΤΗΛ:

ocupado λατινοαμερ

4. busy (fussy, detailed):

busy pattern/picture
busy pattern/picture

II. to busy oneself ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

to busy oneself <busies, busying, busied>:

ponerse a  +  infin
to busy oneself with sth

busy Lizzie [αμερικ ˌbɪzi ˈlɪzi, βρετ ˌbɪzi ˈlɪzi] ΟΥΣ βρετ

impatiens θηλ

busy signal ΟΥΣ αμερικ

tono αρσ de ocupado λατινοαμερ
señal θηλ de ocupado λατινοαμερ
señal θηλ de comunicando Ισπ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
atareado (atareada)
ajetreado (ajetreada)
bulloso (bullosa)
traqueteado (traqueteada)
busy Lizzie βρετ
busy signal αμερικ
bullicioso (bulliciosa) calle/barrio

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

busy1 <-ier, -iest> [ˈbɪzi] ΕΠΊΘ

1. busy (occupied):

2. busy:

3. busy αμερικ ΤΗΛ:

busy2 [ˈbɪzi] ΡΉΜΑ μεταβ -ie-

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
ocupado (-a)
ocupado (-a)
busy αμερικ
animado (-a)
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. busy <-ier, -iest> [ˈbɪz·i] ΕΠΊΘ

1. busy (occupied):

2. busy:

3. busy ΤΗΛ:

to be busy phone line

4. busy pattern, wallpaper:

II. busy <-ie-> [ˈbɪz·i] ΡΉΜΑ μεταβ

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
ocupado (-a)
ocupado (-a)
animado (-a)
Present
Ibusy
youbusy
he/she/itbusies
webusy
youbusy
theybusy
Past
Ibusied
youbusied
he/she/itbusied
webusied
youbusied
theybusied
Present Perfect
Ihavebusied
youhavebusied
he/she/ithasbusied
wehavebusied
youhavebusied
theyhavebusied
Past Perfect
Ihadbusied
youhadbusied
he/she/ithadbusied
wehadbusied
youhadbusied
theyhadbusied

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος