στο λεξικό PONS
non-ˈcu·mu·la·tive ΕΠΊΘ αμετάβλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
I. stimu·la·tive [ˈstɪmjələtɪv, αμερικ -leɪt̬ɪv] ΟΥΣ
1. stimulative (mental):
2. stimulative (drug):
II. stimu·la·tive [ˈstɪmjələtɪv, αμερικ -leɪt̬ɪv] ΕΠΊΘ
regu·la·tive [ˈregjələtɪv, αμερικ leɪt̬ɪv] ΕΠΊΘ
cu·mu·la·tive [ˈkju:mjələtɪv, αμερικ -t̬-] ΕΠΊΘ
ac·cu·mu·la·tive [əˈkju:mjələtɪv, αμερικ t̬ɪv] ΕΠΊΘ
specu·la·tive [ˈspekjələtɪv, αμερικ -leɪt̬ɪv] ΕΠΊΘ
1. speculative (conjectural):
2. speculative ΧΡΗΜΑΤΟΠ (risky):
cu·mu·la·tive ˈfund ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
ma·nipu·la·tive [məˈnɪpjələtɪv, αμερικ -leɪt̬ɪv] ΕΠΊΘ esp μειωτ
specu·la·tive·ly [ˈspekjələtɪvli, αμερικ -leɪt̬ɪv-] ΕΠΊΡΡ
1. speculatively (conjecturally):
2. speculatively (riskily):
cu·mu·la·tive·ly [ˈkju:mjələtɪvli, αμερικ t̬ɪv] ΕΠΊΡΡ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
non-cumulative ΕΠΊΘ ΛΟΓΙΣΤ
speculative motive ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
cumulative fund ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
cumulative ΕΠΊΘ ΛΟΓΙΣΤ
speculative loss ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
speculative gains ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ
tax on speculative profits ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ
cumulative costing ΟΥΣ CTRL
net cumulative allocation ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
speculative opportunity ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
regulative embryo [ˌreɡjələtɪvˈembriəʊ] ΟΥΣ
-
- Regulationstyp („Schicksal“ der Zellen wird schrittweise bestimmt)
cumulative [ˈkjuːmjələtɪv] ΕΠΊΘ
regulative development ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
cumulative frequency
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- hobble
- hobby
- hobby-horse
- hobbyist
- hobgoblin
- hochspekulative
- hock
- hocked
- hockey
- hockey mom
- hockey stick