Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

hochspekulative
Hochspekulativ

στο λεξικό PONS

non-ˈcu·mu·la·tive ΕΠΊΘ αμετάβλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

I. stimu·la·tive [ˈstɪmjələtɪv, αμερικ -leɪt̬ɪv] ΟΥΣ

1. stimulative (mental):

Anreiz αρσ <-es, -e> kein pl

2. stimulative (drug):

Stimulans ουδ <-, -lạn·tia>

II. stimu·la·tive [ˈstɪmjələtɪv, αμερικ -leɪt̬ɪv] ΕΠΊΘ

regu·la·tive [ˈregjələtɪv, αμερικ leɪt̬ɪv] ΕΠΊΘ

cu·mu·la·tive [ˈkju:mjələtɪv, αμερικ -t̬-] ΕΠΊΘ

gesamt τυπικ
Gesamtbetrag αρσ <-(e)s, -träge>

ac·cu·mu·la·tive [əˈkju:mjələtɪv, αμερικ t̬ɪv] ΕΠΊΘ

[an]häufend τυπικ

specu·la·tive [ˈspekjələtɪv, αμερικ -leɪt̬ɪv] ΕΠΊΘ

1. speculative (conjectural):

spekulativ τυπικ
speculative ΦΙΛΟΣ
hypothetisch τυπικ

2. speculative ΧΡΗΜΑΤΟΠ (risky):

Spekulationsgewinn αρσ <-(e)s, -e>

cu·mu·la·tive ˈfund ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

ma·nipu·la·tive [məˈnɪpjələtɪv, αμερικ -leɪt̬ɪv] ΕΠΊΘ esp μειωτ

specu·la·tive·ly [ˈspekjələtɪvli, αμερικ -leɪt̬ɪv-] ΕΠΊΡΡ

1. speculatively (conjecturally):

spekulativ τυπικ
speculatively ΦΙΛΟΣ
hypothetisch τυπικ

2. speculatively (riskily):

cu·mu·la·tive·ly [ˈkju:mjələtɪvli, αμερικ t̬ɪv] ΕΠΊΡΡ

alles in allem τυπικ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

non-cumulative ΕΠΊΘ ΛΟΓΙΣΤ

speculative motive ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

cumulative fund ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

cumulative ΕΠΊΘ ΛΟΓΙΣΤ

speculative loss ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

speculative gains ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ

tax on speculative profits ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ

cumulative costing ΟΥΣ CTRL

net cumulative allocation ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

speculative opportunity ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

regulative embryo [ˌreɡjələtɪvˈembriəʊ] ΟΥΣ

Regulationstyp („Schicksal“ der Zellen wird schrittweise bestimmt)

cumulative [ˈkjuːmjələtɪv] ΕΠΊΘ

regulative development ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

cumulative frequency

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος