Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Mal
Trichter

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. fun·nel [ˈfʌnəl] ΟΥΣ

1. funnel (tool):

funnel
Trichter αρσ <-s, ->

2. funnel (on train, ship):

funnel
funnel
Rauchfang αρσ <-(e)s, -fänge> A, CH

II. fun·nel <βρετ -ll- [or αμερικ usu -l-]> [ˈfʌnəl] ΡΉΜΑ μεταβ

1. funnel (pour):

to funnel sth into sth
etw [mit einem Trichter] in etw αιτ einfüllen

2. funnel μτφ (direct):

to funnel sth to sb
jdm etw zuleiten
to funnel sth on sth
etw auf etw αιτ richten
to funnel one's attention on sth
sich αιτ [voll und ganz] auf etw αιτ konzentrieren

III. fun·nel [ˈfʌnəl] ΡΉΜΑ αμετάβ

funnel people
funnel liquids
fließen <fließt, floss, geflossen>
funnel gases

ˈthis·tle fun·nel ΟΥΣ ΧΗΜ

thistle funnel

ˈfeed·ing fun·nel ΟΥΣ ΧΗΜ

feeding funnel

sepa·ra·ting fun·nel [sepəreɪtɪŋ-ˈ, αμερικ -əreɪt-] ΟΥΣ ΧΗΜ

separating funnel

fun·nel-web ˈspi·der ΟΥΣ

funnel-web spider
dropping funnel
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
funnel-shaped
separating funnel
funnel tube
elutriating [or washing] funnel

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

traffic funnel ΥΠΟΔΟΜΉ

traffic funnel
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
traffic funnel
traffic funnel
Present
Ifunnel
youfunnel
he/she/itfunnels
wefunnel
youfunnel
theyfunnel
Past
Ifunnelled / αμερικ funneled
youfunnelled / αμερικ funneled
he/she/itfunnelled / αμερικ funneled
wefunnelled / αμερικ funneled
youfunnelled / αμερικ funneled
theyfunnelled / αμερικ funneled
Present Perfect
Ihavefunnelled / αμερικ funneled
youhavefunnelled / αμερικ funneled
he/she/ithasfunnelled / αμερικ funneled
wehavefunnelled / αμερικ funneled
youhavefunnelled / αμερικ funneled
theyhavefunnelled / αμερικ funneled
Past Perfect
Ihadfunnelled / αμερικ funneled
youhadfunnelled / αμερικ funneled
he/she/ithadfunnelled / αμερικ funneled
wehadfunnelled / αμερικ funneled
youhadfunnelled / αμερικ funneled
theyhadfunnelled / αμερικ funneled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The umbilical tract is funnel-shaped, rather broad, with a central rib.
en.wikipedia.org
Her mast(s) are hinged or telescopic, her funnel may be hinged, and her wheelhouse may also fold flat.
en.wikipedia.org
She was unusual in that her funnels were square-shaped.
en.wikipedia.org
The area covers a northeast-facing below-tree line basin that funnels all runs toward a single base area.
en.wikipedia.org
The masts were repositioned and reinforced with supporting legs while the forward funnel was heightened by 2 m.
en.wikipedia.org