Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Mick
Entlassungen

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

dis·miss·al [dɪsˈmɪsəl] ΟΥΣ

1. dismissal no pl (disregard):

Abtun ουδ

2. dismissal (the sack):

Entlassung θηλ <-, -en> aus +δοτ

3. dismissal of an assembly:

Auflösung θηλ <-, -en>

4. dismissal ΝΟΜ:

dismissal of a case
Abweisung θηλ <-, -en>
dismissal of the accused
Entlassung θηλ <-, -en>

con·struc·tive dis·ˈmis·sal ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ

Καταχώριση OpenDict

dismissal ΟΥΣ

dismissal time ΣΧΟΛ αμερικ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

dismissal protection ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The text alternates between boasts of the club's achievements, elaborate excuses for its supposed shortcomings, and contemptuous dismissals of members' complaints.
en.wikipedia.org
He holds the record for scoring the most first class runs between dismissals.
en.wikipedia.org
Contrariwise, some dismissals are not unfair although the employer was not contractually entitled to dismiss the employee.
en.wikipedia.org
Over the next 10 years, the government approved legislation giving teachers a process for appealing dismissals, a pension plan and the right to bargain collectively.
en.wikipedia.org
Incapacity dismissals are made difficult, then, by the fact that there is considerable overlap between substantive and procedural fairness.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "dismissals" σε άλλες γλώσσες