Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

pestañ
Unternehmen

στο λεξικό PONS

cor·po·ra·tion [ˌkɔ:pərˈeɪʃən, αμερικ ˌkɔ:rpəˈreɪ-] ΟΥΣ

1. corporation (business):

Unternehmen ουδ <-s, ->
Körperschaft θηλ <-, -en>
Großunternehmen ουδ <-s, -> ειδικ ορολ
Konzern αρσ <-s, -e> οικ

2. corporation:

3. corporation βρετ (local council):

Stadtverwaltung θηλ <-, -en>

4. corporation βρετ χιουμ οικ (big belly):

al·ien cor·po·ˈra·tion ΟΥΣ αμερικ ΝΟΜ

ˈhold·ing cor·po·ra·tion ΟΥΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ

Dachgesellschaft θηλ <-, -en>

cor·po·ˈra·tion loan ΟΥΣ βρετ ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Kommunalanleihe θηλ <-, -n>

open cor·po·ˈra·tion ΟΥΣ αμερικ

close cor·po·ˈra·tion ΟΥΣ αμερικ ΟΙΚΟΝ

gov·ern·ment cor·po·ˈra·tion ΟΥΣ

cor·po·ˈra·tion law ΟΥΣ

Aktiengesetz ουδ <-es, -e>

pub·lic cor·po·ˈra·tion ΟΥΣ

ˈstock cor·po·ra·tion ΟΥΣ + ενικ/pl ρήμα

Aktiengesellschaft θηλ <-, -en>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

law of partnerships and corporations ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

law of partnerships and corporations

corporation ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

Konzern αρσ

holding corporation ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

stock corporation ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

alien corporation ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

partnership corporation ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

public corporation ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

corporation law ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

auxiliary service stock corporation ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
law of partnerships and corporations

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

transnational corporation (TNC) ΟΥΣ

corporation, firm, company ΟΥΣ

MNC, transnational corporation ΟΥΣ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

These technological upheavals brought about changes in institutional arrangements with the prominence of large corporations, allied business and financial services, nonprofit and public sector enterprises.
en.wikipedia.org
Examples of this are common shares and preferred shares in private or publicly listed share capital corporations.
en.wikipedia.org
The appointments of stewards by the close corporations had sometimes proved controversial.
en.wikipedia.org
Butler was a boodler, one who sold for personal gain the rights, privileges, franchises, and real property of the city to prominent businessmen and corporations.
en.wikipedia.org
In some jurisdictions, corporations must still be represented by a lawyer in small-claims court.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "corporations" σε άλλες γλώσσες