Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

malheureusement’
charmes

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. charm [βρετ tʃɑːm, αμερικ tʃɑrm] ΟΥΣ

1. charm (capacity to please):

charme αρσ
to turn on the charm μειωτ

2. charm (jewellery):

amulette θηλ

3. charm (magic words):

charme αρσ

II. charm [βρετ tʃɑːm, αμερικ tʃɑrm] ΡΉΜΑ μεταβ

III. charmed tʃɑːmd ΕΠΊΘ

charmed [tʃɑːmd]
les initiés αρσ πλ

IV. charm [βρετ tʃɑːm, αμερικ tʃɑrm]

charm bracelet ΟΥΣ

charm offensive ΟΥΣ

charm school ΟΥΣ

lucky charm ΟΥΣ

porte-bonheur αρσ αμετάβλ
he was ensnared by her charms μτφ
siren προσδιορ μτφ song, call, charms
flaunt knowledge, superiority, charms
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
charms πλ
charmer auditoire
charmer serpent
to fall for ou succumb to sb's charms

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. charm [tʃɑ:m, αμερικ tʃɑ:rm] ΟΥΣ

1. charm no πλ (quality):

charme αρσ

2. charm (characteristic):

3. charm (pendant):

amulette θηλ

4. charm (talisman):

talisman αρσ
porte-bonheur αρσ

II. charm [tʃɑ:m, αμερικ tʃɑ:rm] ΡΉΜΑ μεταβ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
charme d'une personne, d'un lieu
to use one's charms on sb
charms πλ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. charm [tʃarm] ΟΥΣ

1. charm (quality):

charme αρσ

2. charm (characteristic):

3. charm (pendant):

amulette θηλ

4. charm (talisman):

talisman αρσ
porte-bonheur αρσ

II. charm [tʃarm] ΡΉΜΑ μεταβ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
charme d'une personne, d'un lieu
to use one's charms on sb
charms πλ
Present
Icharm
youcharm
he/she/itcharms
wecharm
youcharm
theycharm
Past
Icharmed
youcharmed
he/she/itcharmed
wecharmed
youcharmed
theycharmed
Present Perfect
Ihavecharmed
youhavecharmed
he/she/ithascharmed
wehavecharmed
youhavecharmed
theyhavecharmed
Past Perfect
Ihadcharmed
youhadcharmed
he/she/ithadcharmed
wehadcharmed
youhadcharmed
theyhadcharmed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

She is a charming and vivacious character who flirts with her own husband even though he has been convinced to resist her charms.
en.wikipedia.org
This is a fashion risk, but if your toddler is bold, happy, and charms everyone -- go out on a limb and dress him up in a sailor suit.
thestir.cafemom.com
Traditional diviners used various methods and made protective charms for individuals to protect farms from thieves and to protect a house or farm from witches.
en.wikipedia.org
Such books contain astrological correspondences, lists of angels and demons, directions on casting charms and spells, on mixing medicines, summoning unearthly entities, and making talismans.
en.wikipedia.org
She decides to trap him using her whims and charms.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "charms" σε άλλες γλώσσες