Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Scoppiò
fatal

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. töd·lich [ˈtø:tlɪç] ΕΠΊΘ

1. tödlich (den Tod verursachend):

2. tödlich (lebensgefährlich):

3. tödlich οικ (absolut):

das ist mein tödlicher Ernst

4. tödlich οικ (fatal):

II. töd·lich [ˈtø:tlɪç] ΕΠΊΡΡ

1. tödlich (mit dem Tod als Folge):

2. tödlich οικ (entsetzlich):

sb feels horribly [or βρετ οικ dead] sick
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
tödlicher Schlag αρσ
ein tödlicher [o. mörderischer] Blick

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

1999 wurde die Anzahl tödlicher Ereignisse im Zusammenhang mit Aspirin und ähnlichen Schmerzmitteln unter Amerikanern auf jährlich 16.500 geschätzt.
de.wikipedia.org
Dies stellt einen Wendepunkt in der Geschichte der Marvelschurken dar, die zunehmend finsterer, grausamer und tödlicher wurden.
de.wikipedia.org
Ghule sind Menschen, die trotz tödlicher radioaktiver Verstrahlung nicht gestorben sind – stattdessen hat sich ihr Körper verändert.
de.wikipedia.org
Das Hochspringen in die Luft macht die Mine in zweifacher Hinsicht tödlicher.
de.wikipedia.org
Hierunter fallen typischerweise gefährliche Verhaltensweisen wie die Teilnahme am allgemeinen Straßenverkehr, wenn trotz Einhaltung aller Verkehrsvorschriften ein tödlicher Unfall verursacht wird.
de.wikipedia.org