Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

kurzfristiges
grained
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

ge·ma·sert ΕΠΊΘ

gemasert

ma·sern [ˈma:zɐn] ΡΉΜΑ μεταβ meist μετ παρακειμ

etw masern Holz, Marmor
to grain sth

Ma·sern [ˈma:zɐn] ΟΥΣ πλ

rubella no πλ ειδικ ορολ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
gemasert
mottled wood, marble
gemasert
to grain sth
etw masern
Präsens
ichmasere
dumaserst
er/sie/esmasert
wirmasern
ihrmasert
siemasern
Präteritum
ichmaserte
dumasertest
er/sie/esmaserte
wirmaserten
ihrmasertet
siemaserten
Perfekt
ichhabegemasert
duhastgemasert
er/sie/eshatgemasert
wirhabengemasert
ihrhabtgemasert
siehabengemasert
Plusquamperfekt
ichhattegemasert
duhattestgemasert
er/sie/eshattegemasert
wirhattengemasert
ihrhattetgemasert
siehattengemasert

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Das harte, fein gemaserte Holz ist dauerhaft und resistent gegen Insektenbefall.
de.wikipedia.org
Das fein gemaserte Holz ist für feine Möbelarbeiten begehrt.
de.wikipedia.org
Das Gemälde hat das Format 63,4 × 47,6 cm und ist mit Ölfarbe auf eine fünf bis sechs Millimeter starke Tafel aus senkrecht gemasertem Eichenholz gemalt.
de.wikipedia.org
Das dunkel-gelbe und schwarz gemaserte Holz wird selten zur Herstellung von Möbeln verwendet.
de.wikipedia.org
Die Tafel besteht aus einem durchgehenden Brett, das auf ein zweites, ebenfalls waagerecht gemasertes und rückseitig lackiertes Brett geleimt wurde.
de.wikipedia.org