Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Idealen
happy
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. fröh·lich [ˈfrø:lɪç] ΕΠΊΘ

1. fröhlich (von heiterem Gemüt):

ein fröhlicher Mensch

2. fröhlich (vergnügt):

fröhlich Lieder, Musik
fröhlich Lieder, Musik
jolly dated
merry-making λογοτεχνικό
gaiety dated

3. fröhlich (glücklich) → froh

II. fröh·lich [ˈfrø:lɪç] ΕΠΊΡΡ οικ

froh [fro:] ΕΠΊΘ

1. froh (erfreut):

froh [über etw αιτ [o. νοτιογερμ, A, CH um etw αιτ]] sein
to be pleased [or glad] that ...
froh gelaunt [o. τυπικ gestimmt]
froh gelaunt [o. τυπικ gestimmt]
joyful λογοτεχνικό

2. froh (erfreulich):

joyful λογοτεχνικό
good [or pleasing] [or λογοτεχνικό joyful] news

3. froh (glücklich):

happy holidays bes. αμερικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
fröhlich a. ειρων
fröhlich οικ
lilting melody, tune
joyous person, voice

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Eines Tages kommt eine neue Patientin in der Heilanstalt an: es ist die hübsche, blonde und blutjunge Nicoline, die wie ein fröhlicher Wirbelwind in die vermuffte Alpenklinik einfährt.
de.wikipedia.org
Er hatte zuvor seine Patenkinder besucht und war aufgrund seines Alkoholkonsums in fröhlicher Stimmung.
de.wikipedia.org
Gefeiert wird dieses Ereignis mit einem rauschenden Fest voll fröhlicher Ausgelassenheit.
de.wikipedia.org
Der Klappentext der Ausgabe von 1953 formuliert zum Romanschluss: „Es werden keine Vorsätze gefaßt und es wird kein fröhlicher neuer Anfang gefeiert.
de.wikipedia.org
Er ist ein durchweg fröhlicher Mensch mit einer mitfühlenden Persönlichkeit, der gerne nach den anderen schaut.
de.wikipedia.org