Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lhommiste
Finanzausgleich

στο λεξικό PONS

fi·nan·cial com·pen·ˈsa·tion ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Finanzausgleich αρσ <-(e)s, -e>
στο λεξικό PONS

I. com·pen·sa·tion [ˌkɒmpənˈseɪʃən, αμερικ ˌkɑ:m-] ΟΥΣ no pl

1. compensation (monetary amends):

Schadenersatz αρσ <-es> kein pl

2. compensation (recompense):

Entschädigung θηλ <-, -en>

II. com·pen·sa·tion [ˌkɒmpənˈseɪʃən, αμερικ ˌkɑ:m-] ΟΥΣ modifier

1. compensation (monetary amends):

Schadenersatzanspruch αρσ <-(e)s, -sprüche>

2. compensation αμερικ (salary):

fi·nan·cial [faɪˈnæn(t)ʃəl] ΕΠΊΘ αμετάβλ

financial adviser [or esp αμερικ advisor]
Finanzberater(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
Resourcen pl CH

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

compensation ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Ausgleich αρσ

compensation ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Vergütung θηλ

compensation ΟΥΣ handel

compensation ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ

compensation ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

Ersatz αρσ

compensation ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

compensation [ˌkɒmpənˈseɪʃn] ΟΥΣ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Only first aid provided without intention of reward or financial compensation is covered.
en.wikipedia.org
On the results of opinion poll life value (as the cost of financial compensation for the death) in the beginning of 2013 was $118,900.
en.wikipedia.org
He refused any financial compensation and accepted the apology.
en.wikipedia.org
She asked the band members if they would come play for her residents when they returned from the tour, and offered adequate financial compensation.
en.wikipedia.org
Farmers were provided with a small financial compensation to help them manage during the proposed eradication process.
en.wikipedia.org