Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

beanbag chair
Sitzsack

στο λεξικό PONS

bean·bag ˈchair ΟΥΣ αμερικ

Sitzsack αρσ
στο λεξικό PONS

ˈbean·bag ΟΥΣ

1. beanbag (chair):

Sitzsack αρσ

2. beanbag (child's toy):

I. chair [tʃeəʳ, αμερικ tʃer] ΟΥΣ

1. chair (seat):

Stuhl αρσ <-(e)s, Stü̱h·le>
Sessel αρσ <-s, ->

2. chair ΠΑΝΕΠ:

Lehrstuhl αρσ <-(e)s, -stühle>
Lehrstuhlinhaber(in) αρσ (θηλ)

3. chair:

Vorsitzende(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>
Vorstand αρσ <-(e)s, -stän·de>

4. chair (presiding place):

5. chair αμερικ (electric chair):

6. chair αμερικ ΜΟΥΣ:

II. chair [tʃeəʳ, αμερικ tʃer] ΡΉΜΑ μεταβ

1. chair (be leader):

to chair sth
bei etw δοτ den Vorsitz führen

2. chair (carry):

jdn tragen
Present
Ichair
youchair
he/she/itchairs
wechair
youchair
theychair
Past
Ichaired
youchaired
he/she/itchaired
wechaired
youchaired
theychaired
Present Perfect
Ihavechaired
youhavechaired
he/she/ithaschaired
wehavechaired
youhavechaired
theyhavechaired
Past Perfect
Ihadchaired
youhadchaired
he/she/ithadchaired
wehadchaired
youhadchaired
theyhadchaired

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Kids could play games on computers that sat on short tables with beanbag chairs.
www.macgasm.net
She emerged minutes later looking composed, bee-lining for a beanbag chair and snuggling in.
baytownsun.com
A beanbag chair filled with metaphysical riboflavin?
www.thestar.com
They could, perhaps, live without things like maps and posters strung along the walls, beanbag chairs for a reading corner and pool noodles for rhythm games.
www.mcalesternews.com
Young professionals with laptops sprawl across couches, beanbag chairs, and even pillow-covered stacks of wooden pallets, sipping artisanal coffee or lemon-accented water.
fortune.com

Αναζήτηση "beanbag chair" σε άλλες γλώσσες