Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

larresto
the arrest

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. arresto [arˈrɛsto] ΟΥΣ αρσ

1. arresto (fermata):

2. arresto ΙΑΤΡ (di funzione di organo):

3. arresto ΝΟΜ:

II. arresti ΟΥΣ αρσ πλ ΣΤΡΑΤ

III. arresto [arˈrɛsto]

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
arresto αρσ

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

arresto [ar·ˈrɛs·to] ΟΥΣ αρσ

1. arresto (cattura):

2. arresto (interruzione):

3. arresto ΤΕΧΝΟΛ (fermata):

4. arresto pl ΣΤΡΑΤ:

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
arresto αρσ
arresto αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

House, durante l'arresto cardiaco aveva già notato una puzzola tatuata sul braccio (che sicuramente il monastero non le ha fatto).
it.wikipedia.org
L'arresto della sua carriera fu molto brusco e avvenne proprio nel pieno della sua maturità artistica.
it.wikipedia.org
L'arresto avvenne a un chilometro e quindici minuti di auto dalla ventennale sua dimora.
it.wikipedia.org
Ciò gli attirò il sospetto dei fascisti e gli costò nel 1942 una denuncia come "sovversivo" e l'arresto con l'accusa di propaganda antifascista.
it.wikipedia.org
Il governo russo reagì chiedendone l'arresto e l'estradizione, che fu però rifiutata.
it.wikipedia.org