Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dellordito
dellordito
Εννοούσες;

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

I. sbalordito [zbalorˈdito] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

sbalordito → sbalordire

II. sbalordito [zbalorˈdito] ΕΠΊΘ

flabbergasted per: at da: by
sbalordito sguardo, espressione

I. sbalordire [zbalorˈdire] ΡΉΜΑ μεταβ

sbalordire evento, risposta, notizia:

II. sbalordire [zbalorˈdire] ΡΉΜΑ αμετάβ βοηθ ρήμα avere

I. stordito [storˈdito] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

stordito → stordire

II. stordito [storˈdito] ΕΠΊΘ

1. stordito (intontito):

woozy οικ
I feel dazed or woozy οικ

2. stordito (sbalordito):

III. stordito (stordita) [storˈdito] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

stordito (stordita)
stordito (stordita)

I. stordire [storˈdire] ΡΉΜΑ μεταβ

1. stordire (intontire):

stordire colpo:
stordire colpo:
stordire rumore:
stordire alcol, droga:
stordire alcol, droga:
to fuddle οικ

2. stordire (sbalordire) μτφ:

stordire notizia:
stordire notizia:

II. stordirsi ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

orditore (orditrice) [ordiˈtore, -tritʃe] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

orditore (orditrice)

orditoio <πλ orditoi> [ordiˈtojo, oi] ΟΥΣ αρσ

στο λεξικό PONS

stordito (-a) [stor·ˈdi:·to] ΕΠΊΘ

1. stordito (tramortito):

2. stordito μτφ (sventato):

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος