Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Einrede
effective

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. ef·fek·tiv [ɛfɛkˈti:f] ΕΠΊΘ

1. effektiv (wirksam):

2. effektiv προσδιορ (tatsächlich):

actual προσδιορ
effektive Kosten ΧΡΗΜΑΤΟΠ
explicit cost ενικ

II. ef·fek·tiv [ɛfɛkˈti:f] ΕΠΊΡΡ

1. effektiv (wirksam):

2. effektiv (tatsächlich):

to gross 5,000 euros
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
to dumbsize sth company

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

effektiv ΕΠΊΘ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Mit der effektiven Dosis wird das Auftreten von stochastischen Strahlenschäden quantifiziert.
de.wikipedia.org
Zwecks effektiven Minderheitenschutzes kommt dies auch in Frage, falls die Bundestagsmehrheit kein Organstreitverfahren einleiten will.
de.wikipedia.org
Abweichungen der effektiven Vermögensstruktur von der strategischen Vermögensaufteilung werden als Anlagetaktik bezeichnet (z. B. Über- oder Untergewichtungen einzelner Anlagekategorien).
de.wikipedia.org
Vor der Einführung einer effektiven Antibiose war die Krankheit tödlich.
de.wikipedia.org
Für ihn bestimmte die gesamtwirtschaftliche Nachfrage das Angebot, Arbeitslosigkeit sei die Folge einer unzureichenden effektiven Nachfrage.
de.wikipedia.org