Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

管风琴家
continual
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

be·stän·dig ΕΠΊΘ

1. beständig προσδιορ (ständig):

beständig
beständig
beständig (Probleme)
beständig (Streben, Druck)

2. beständig (gleich bleibend):

beständig
beständig
beständig

3. beständig (widerstandsfähig):

beständig [gegen etw αιτ] sein

4. beständig (dauerhaft):

beständig
beständig

5. beständig ΧΗΜ, ΦΥΣ:

beständig
beständig
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
beständig
beständig
beständig
beständig
beständig προσδιορ
beständig
beständig
-beständig

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Dieser hat sie, nachdem sie ihm keinen Sohn als legitimen Thronerben gebären konnte, beständig hintergangen hat.
de.wikipedia.org
Die meist fünf, beständigen Kelchblätter sind höchstens an ihrer Basis verwachsen und vergrößern sich nach der Anthese.
de.wikipedia.org
Sie wurde in den Folgejahren beständig erweitert und umfasst mehr als 50 Namen.
de.wikipedia.org
Die Artenzahl wächst beständig durch Neubeschreibungen, insbesondere bei den Wasserschläuchen und den Fettkräutern.
de.wikipedia.org
Im Hofbräuhaus reagierte man auf die neue Situation: Die Weißbierproduktion wurde beständig zu Gunsten untergäriger Biersorten zurückgefahren und im Jahre 1872 schließlich ganz aufgegeben.
de.wikipedia.org