Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

disponible’
excessive

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. über··ßig ΕΠΊΘ

übermäßige Einnahmen ΧΡΗΜΑΤΟΠ
übermäßige Freude/Trauer
that was nothing special a. ειρων

II. über··ßig ΕΠΊΡΡ

1. übermäßig (in zu hohem Maße):

2. übermäßig (unmäßig):

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
augmented second ΜΟΥΣ
übermäßige Sekunde
augmented ΜΟΥΣ
übermäßige Quarte
überhöhte [o übermäßige] Belastung
übermäßige Gewalt[anwendung]

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

(übermäßige) Bürokratie

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Der nordische Ton wird in der wissenschaftlichen Analyse oft mit musiktheoretischen Attributen versehen: „übermäßige Sekunden, lydische Quarten, Bordunquinten, dorische Sexten, mixolydische Septimen sowie Pentatonik, Ostinatotechniken und axiale Haltetöne.
de.wikipedia.org
Begehrt ist wilder Ginseng, dem größere Heilkraft nachgesagt wird, dessen heutige übermäßige Ernte jedoch in Bezug auf den Artenschutz sehr problematisch ist.
de.wikipedia.org
Die ungenügende Breite der Brückenfahrbahnen und die übermäßige Breite der Seitenstreifen werden kritisiert.
de.wikipedia.org
Allerdings stellt auch die bestehende Überwachung zumindest ein Regulativ dar, mit dem übermäßige Verstöße meist verhindert werden.
de.wikipedia.org
Insbesondere die erhöhte/übermäßige Aufnahme alkoholischer Getränke bzw. die Alkoholkrankheit wird umgangssprachlich „Trinken“ oder „Saufen“ genannt.
de.wikipedia.org