Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

limproviste
malattie

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

disease [βρετ dɪˈziːz, αμερικ dəˈziz] ΟΥΣ ΙΑΤΡ ΓΕΩΡΓ

1. disease (specific illness):

malattia θηλ

2. disease U (range of infections):

malattie θηλ πλ

liver disease [ˌlɪvədɪˈziːz] ΟΥΣ

social disease [αμερικ ˈsoʊʃəl dəˈziz] ΟΥΣ

1. social disease (social evil):

piaga θηλ sociale
male αρσ sociale

2. social disease (venereal disease):

social disease ευφημ

skin disease [ˈskɪndɪˌziːz] ΟΥΣ

vine disease [ˈvaɪndɪˌziːz] ΟΥΣ

legionnaires' disease [βρετ ˌlidʒ(ə)nˈɛːz ˌdɪziːs, αμερικ ˈliːdʒəˌnɛ(ə)rz dəˌziz] ΟΥΣ

coeliac disease ΟΥΣ U

morbo αρσ celiaco

British disease [ˌbrɪtɪʃdɪˈziːz] ΟΥΣ

gum disease [ˈɡʌmdɪˌziːz] ΟΥΣ

gengivite θηλ

eye disease ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

disease [dɪ·ˈzi:z] ΟΥΣ a. μτφ

malattia θηλ

occupational disease ΟΥΣ

heart disease ΟΥΣ

gum disease ΟΥΣ

gengivite θηλ

killer disease ΟΥΣ

Legionnaires' disease ΟΥΣ ΙΑΤΡ

Alzheimer's disease [ˈɑ:lts·haɪ·mərz] ΟΥΣ

Lyme disease ΟΥΣ

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
study of men's diseases

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The Andean people had been isolated for millennia and therefore had no reason to build up any sort of immunity against foreign diseases.
en.wikipedia.org
A few of the closely related mites also infest humans, causing intense itching, and others cause allergic diseases, including hay fever, asthma and eczema.
en.wikipedia.org
The human fat was used to make ointments for treatment of various diseases such as bone pain, toothache and gout.
en.wikipedia.org
He is known for the development of operative procedures for the treatment of gall bladder and bile duct diseases.
en.wikipedia.org
Research in neurological diseases and injuries shed further light on the nature and importance of spine turnover.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "diseases" σε άλλες γλώσσες