Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

zast
particular
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. son·der·lich [ˈzɔndɐlɪç] ΕΠΊΘ

1. sonderlich προσδιορ (besonders):

sonderlich

2. sonderlich (seltsam):

sonderlich
sonderlich
sonderlich

II. son·der·lich [ˈzɔndɐlɪç] ΕΠΊΡΡ

sonderlich
nicht sonderlich begeistert
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
sonderlich
ich trinke nicht sonderlich gerne Tee
ich bin nicht sonderlich scharf auf Fußball αργκ
auf klassische Musik stand ich noch nie sonderlich οικ
nicht sonderlich [o. sehr] intelligent/erfreut

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Abhänge des Berges sind nicht sonderlich steil, einzig der Nordhang weist eine 210 Meter hohe Klippe auf.
de.wikipedia.org
Allerdings fühlte er sich bei diesem nicht sonderlich wohl, war als Torschütze weniger erfolgreich und hatte dann mit einer langanhaltenden Knieverletzung zu kämpfen.
de.wikipedia.org
Diese war dazu bereit, weil ihre eigenen Zukunftsperspektiven nicht sonderlich vielversprechend waren (einige Umfragen sahen die Partei unter der Vier-Prozent-Hürde).
de.wikipedia.org
Der Film war nicht sonderlich erfolgreich, erhielt aber über die Jahrzehnte mehr Anerkennung.
de.wikipedia.org
Der Film kam bei amerikanischen Kritikern nicht sonderlich gut an.
de.wikipedia.org