Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

reaccionarias
participates
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. mit|ma·chen ΡΉΜΑ αμετάβ

1. mitmachen (teilnehmen):

[bei etw δοτ] mitmachen
to take part [in sth]
[bei etw δοτ] mitmachen
to join in [sth]

2. mitmachen οικ (gut funktionieren):

wenn das Wetter mitmacht
wenn das Herz mitmacht

II. mit|ma·chen ΡΉΜΑ μεταβ

1. mitmachen οικ (etw hinnehmen):

2. mitmachen (sich beteiligen):

to join [or take part] in sth

3. mitmachen (erleiden):

Καταχώριση OpenDict

mitmachen ΡΉΜΑ

Καταχώριση OpenDict

mitmachen ΡΉΜΑ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
to opt out of sth
wenn das Wetter mitmacht, ...
Präsens
ichmachemit
dumachstmit
er/sie/esmachtmit
wirmachenmit
ihrmachtmit
siemachenmit
Präteritum
ichmachtemit
dumachtestmit
er/sie/esmachtemit
wirmachtenmit
ihrmachtetmit
siemachtenmit
Perfekt
ichhabemitgemacht
duhastmitgemacht
er/sie/eshatmitgemacht
wirhabenmitgemacht
ihrhabtmitgemacht
siehabenmitgemacht
Plusquamperfekt
ichhattemitgemacht
duhattestmitgemacht
er/sie/eshattemitgemacht
wirhattenmitgemacht
ihrhattetmitgemacht
siehattenmitgemacht

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Dies hat den Vorteil, dass das Blei im Gegensatz zu Spachtelmasse eine feste Bindung mit dem Blech eingeht und bei Temperaturschwankungen auch dessen Längenausdehnung mitmacht.
de.wikipedia.org