Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

mayençais
uninhibited
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. hem·mungs·los ΕΠΊΘ

1. hemmungslos (zügellos):

2. hemmungslos (skrupellos):

II. hem·mungs·los ΕΠΊΡΡ

1. hemmungslos (zügellos):

2. hemmungslos (skrupellos):

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
eine hemmungslose Zurschaustellung
hemmungslose Leidenschaft/Gewalt
unbridled ambition, greed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Es liegt jenseits dessen, was wir bewusst oder sinnhaft beeinflussen können und kann eine hemmungslose Reaktion auf einen außeralltäglichen Reiz sein.
de.wikipedia.org
Ihnen waren immer wieder hemmungslose Ausfälle gegen Kollegen oder andere sachfremde Äußerungen vorangestellt oder eingeschoben, die erkennbar der Hauptzweck der Veröffentlichung waren.
de.wikipedia.org
Die Regellosigkeiten, das hemmungslose Ausleben eigener Wünsche und Begierde erweist sich als zweischneidiges Schwert und bringt fürchterliche Verwerfungen im menschlichen Miteinander hervor.
de.wikipedia.org
Die Ambivalenz der Tyrannis zeigt sich in den Hauptmerkmalen, die mit ihr assoziiert werden: einerseits ein ungeheurer Reichtum, Luxus, Ruhm und die Gunst der Götter, andererseits hemmungslose Macht- und Besitzgier.
de.wikipedia.org
Während polnische Publikationen dem Orden unter anderem einen Genozid an den Prußen und eine hemmungslose Eroberungspolitik unterstellten, stilisierten deutsche Historiker den Orden zum germanischen Kulturträger.
de.wikipedia.org