Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dellalleanza
fixed

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. fest|set·zen ΡΉΜΑ μεταβ (bestimmen)

II. fest|set·zen ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα (fest anhaften)

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
to entrench itself prejudice, racism
Festsetzen ουδ von Richtlinien θηλ
to become entrenched idea, prejudice, racism

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Präsens
ichsetzefest
dusetztfest
er/sie/essetztfest
wirsetzenfest
ihrsetztfest
siesetzenfest
Präteritum
ichsetztefest
dusetztestfest
er/sie/essetztefest
wirsetztenfest
ihrsetztetfest
siesetztenfest
Perfekt
ichhabefestgesetzt
duhastfestgesetzt
er/sie/eshatfestgesetzt
wirhabenfestgesetzt
ihrhabtfestgesetzt
siehabenfestgesetzt
Plusquamperfekt
ichhattefestgesetzt
duhattestfestgesetzt
er/sie/eshattefestgesetzt
wirhattenfestgesetzt
ihrhattetfestgesetzt
siehattenfestgesetzt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Jedoch muss die festgesetzte Gebühr gemäß dem Äquivalenzprinzip und den allgemeinen Grundsätzen des Gebührenrechts im Verhältnis zum Wert der Leistung stehen.
de.wikipedia.org
Nicht abziehbar sind in einem Strafverfahren festgesetzte Geldstrafen.
de.wikipedia.org
Der vertraglich festgesetzte Erbbauzins wird in der Regel dinglich durch Eintragung im Erbbaurechtsgrundbuch als Reallast gesichert.
de.wikipedia.org
Zwar kannten auch andere antike Gesellschaften einzelne, meist vom König festgesetzte oder als Ausnahme gewährte Ruhetage.
de.wikipedia.org
Der Abrechnungsbescheid enthält dabei grundsätzlich nur die Feststellung, ob und inwieweit der festgesetzte Anspruch aus dem Steuerschuldverhältnis bereits verwirklicht (also erfüllt) oder noch zu verwirklichen ist.
de.wikipedia.org