Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Ewige
overpowering
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. be·zwin·gen* ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ

1. bezwingen (besiegen):

2. bezwingen (überwinden):

to capture [or take] sth

3. bezwingen (bezähmen):

II. be·zwin·gen* ανώμ ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

sich αιτ bezwingen
Καταχώριση OpenDict

bezwingen ΡΉΜΑ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
to overpower sb ΑΘΛ
einen Feind bezwingen λογοτεχνικό
Präsens
ichbezwinge
dubezwingst
er/sie/esbezwingt
wirbezwingen
ihrbezwingt
siebezwingen
Präteritum
ichbezwang
dubezwangst
er/sie/esbezwang
wirbezwangen
ihrbezwangt
siebezwangen
Perfekt
ichhabebezwungen
duhastbezwungen
er/sie/eshatbezwungen
wirhabenbezwungen
ihrhabtbezwungen
siehabenbezwungen
Plusquamperfekt
ichhattebezwungen
duhattestbezwungen
er/sie/eshattebezwungen
wirhattenbezwungen
ihrhattetbezwungen
siehattenbezwungen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Dieses Set sei zwar nicht bezwingend, aber habe durchaus interessante Momente.
de.wikipedia.org
Er enthalte Bilder, „die mit bezwingender Kraft der Idee des Filmes dienen, Bilder, in denen die ganze Anklage gegen den Faschismus und die menschliche Größe seiner Gegner eingefangen sind.
de.wikipedia.org
Die Sinfonie beginnt mit einem „großartigen“, „von bezwingender rhythmischer Kraft und dramatischen Impulsen erfüllten (…) Kopfsatz.
de.wikipedia.org
Und sie verdienen ihn, wenn sie in einer so bezwingend schönen Sprache geschrieben sind wie dieses; vor allem aber: wenn ihre Geheimnisse den Namen Geheimnis auch verdienen.
de.wikipedia.org
Die leichte, geschmackvolle und bezwingend liebenswürdige Art freilich, in der er ihn repräsentierte und verwertete, war wohl das Wichtigste.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "bezwingend" σε άλλες γλώσσες

"bezwingend" στα γερμανικά μονόγλωσσα λεξικά