στο λεξικό PONS
Ver·kaufs·lei·ter(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
- Verkaufsleiter(in)
-
Ver·kaufs·ver·spre·chen <-s, -> ΟΥΣ ουδ ΕΜΠΌΡ
Ver·kaufs·ver·wei·ge·rung <-, -en> ΟΥΣ θηλ ΕΜΠΌΡ
EG-Bei·tritts·ver·trag [e:ge:-] ΟΥΣ αρσ ΝΟΜ
GmbH-Ver·trag <-(e)s, -träge> ΟΥΣ αρσ ΝΟΜ, ΟΙΚΟΝ
Kfz-Lea·sing·ver·trag ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Ver·kaufs·vo·lu·men <-s, -> ΟΥΣ ουδ ΕΜΠΌΡ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
verkaufte Verkaufsoption phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Verkaufseinheit ΟΥΣ θηλ ΕΜΠΌΡ
Darlehensvertrag ΟΥΣ αρσ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Verkaufskonto ΟΥΣ ουδ ΛΟΓΙΣΤ
Verkaufsuntersagung ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)
Zeitarbeitsvertrag ΟΥΣ αρσ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
Einkaufsverkehr ΔΗΜΟΣΚ
Vertragspartner
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.