Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Mondo
Smokers

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Rau·cher(in) <-s, -> ΟΥΣ αρσ(θηλ)

Raucher
smoking [area]”

I. räu·chern [rɔyçɐn] ΡΉΜΑ μεταβ

to smoke sth

II. räu·chern [rɔyçɐn] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

1. räuchern ΜΑΓΕΙΡ (gerade räuchern):

2. räuchern (Räucherstäbchen abbrennen):

Rau·che·rin <-, -nen> ΟΥΣ θηλ

Raucherin θηλυκός τύπος: Raucher

Rau·cher(in) <-s, -> ΟΥΣ αρσ(θηλ)

Raucher
smoking [area]”

Rau·cher <-s, -> ΟΥΣ αρσ ΣΙΔΗΡ

Raucher οικ
smoking compartment [or carriage] [or αμερικ car]
Raucher οικ
smoker dated

Rau·cher <-s, -> ΟΥΣ αρσ ΣΙΔΗΡ

Raucher οικ
smoking compartment [or carriage] [or αμερικ car]
Raucher οικ
smoker dated
Besteck Raucher
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Raucher(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
to smoke sth

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Präsens
ichräuchere
duräucherst
er/sie/esräuchert
wirräuchern
ihrräuchert
sieräuchern
Präteritum
ichräucherte
duräuchertest
er/sie/esräucherte
wirräucherten
ihrräuchertet
sieräucherten
Perfekt
ichhabegeräuchert
duhastgeräuchert
er/sie/eshatgeräuchert
wirhabengeräuchert
ihrhabtgeräuchert
siehabengeräuchert
Plusquamperfekt
ichhattegeräuchert
duhattestgeräuchert
er/sie/eshattegeräuchert
wirhattengeräuchert
ihrhattetgeräuchert
siehattengeräuchert

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In demselben Sinn glaubte man auch, durch den Schatten oder durch Ausschneiden und Räuchern seiner Fußspur im Boden dem betreffenden Menschen schaden zu können.
de.wikipedia.org
Zu den Hauptnahrungsmitteln zählen bis heute Milch und Milchprodukte, Getreide und Mehlspeisen sowie durch Trocknen und Räuchern haltbar gemachtes Fleisch.
de.wikipedia.org
Das Filet wird sodann durch Umbinden mit Bindfaden bzw. Schnur in einem Schweinedarm fixiert, im Anschluss geräuchert und einige Monate getrocknet.
de.wikipedia.org
Sie züchteten Aale für den Eigenbedarf und zum Handel und räucherten sie, um sie haltbar zu machen.
de.wikipedia.org
Hin und wieder räucherte der Lehrer den Raum mit Wacholder aus, um die schlimmsten Gerüche zu vertreiben.
de.wikipedia.org