Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

u.
Obsessed Obsessed

στο λεξικό PONS

Be·ses·se·ne(r) <-n, -n; -n, -n> ΟΥΣ θηλ(αρσ) κλιν τύπος wie επίθ

1. Besessene(r) ΘΡΗΣΚ:

2. Besessene(r) (fanatischer Mensch):

be·sit·zen* ΡΉΜΑ μεταβ ανώμ

1. besitzen (Eigentümer sein):

to own [or τυπικ possess] [or οικ have [got]] sth

2. besitzen (haben, aufweisen):

to have [got] οικ [or τυπικ possess] sth

3. besitzen (mit etw ausgestattet sein):

to have [or be equipped with] [or boast] sth χιουμ

4. besitzen ευφημ (beschlafen):

to have sb

be·ses·sen [bəˈzɛsn̩] ΕΠΊΘ

1. besessen ΘΡΗΣΚ:

[von etw δοτ/vom Teufel] besessen sein

2. besessen (unter einem Zwang stehend):

[von etw δοτ] besessen sein
like mad αργκ

be·sit·zen ΡΉΜΑ μεταβ

to possess [or own] [or have and to hold] sth
στο λεξικό PONS
to be invested with sth (possess) τυπικ
στο λεξικό PONS

be·sit·zen* ΡΉΜΑ μεταβ ανώμ

1. besitzen (Eigentümer sein):

to own [or τυπικ possess] [or οικ have [got]] sth

2. besitzen (haben, aufweisen):

to have [got] οικ [or τυπικ possess] sth

3. besitzen (mit etw ausgestattet sein):

to have [or be equipped with] [or boast] sth χιουμ

4. besitzen ευφημ (beschlafen):

to have sb

be·ses·sen [bəˈzɛsn̩] ΕΠΊΘ

1. besessen ΘΡΗΣΚ:

[von etw δοτ/vom Teufel] besessen sein

2. besessen (unter einem Zwang stehend):

[von etw δοτ] besessen sein
like mad αργκ

be·sit·zen ΡΉΜΑ μεταβ

to possess [or own] [or have and to hold] sth

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

[...]
Und besessen ! Besessen von Büchern .
[...]
www.mpg.de
[...]
And also obsessed – with books.
[...]
[...]
4.1 Der Vorfahre besitzt / besaß nur die deutsche Staatsangehörigkeit .
[...]
www.kiew.diplo.de
[...]
4.1 The family member holds / held German nationality only.
[...]
[...]
2.3 Das Kind besitzt / besaß einen deutschen Ausweis .
[...]
www.bruessel.diplo.de
[...]
2.3 The child possesses / has possessed a German identification document.- Please enclose a copy.
[...]