Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

laura
escombros

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. spoil <παρελθ & μετ παρακειμ spoiled or βρετ also spoilt> [αμερικ spɔɪl, βρετ spɔɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

1.1. spoil party/evening:

spoil
spoil
spoil
I don't want to spoil your fun but

1.2. spoil (invalidate):

spoil
spoiled or βρετ also spoilt papers
papeletas θηλ πλ nulas

2. spoil (overindulge):

spoil child
spoil child
spoil child
go on, spoil yourself

II. spoil <παρελθ & μετ παρακειμ spoiled or βρετ also spoilt> [αμερικ spɔɪl, βρετ spɔɪl] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. spoil food/meal:

spoil
spoil

2. spoil (be eager) οικ:

to be spoiling for sth

III. spoil [αμερικ spɔɪl, βρετ spɔɪl] ΟΥΣ

1. spoil usu pl:

spoil
botín αρσ

2. spoil (waste) → slag

slag [αμερικ slæɡ, βρετ slaɡ] ΟΥΣ

1. slag U (waste matter):

escoria θηλ
slag ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ
escombro αρσ
slag ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ
escoria θηλ
slag ΓΕΩΛ
escoria θηλ

2. slag C (promiscuous woman) βρετ:

slag αργκ, μειωτ
putilla θηλ οικ, μειωτ
slag αργκ, μειωτ
fulana θηλ οικ, μειωτ
slag αργκ, μειωτ
pingo αρσ Ισπ οικ, μειωτ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
afear paisaje
to spoil
to spoil
to spoil

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. spoil [spɔɪl] spoilt, spoilt Am: spoiled, spoiled spoilt, spoilt Am: spoiled, spoiled ΟΥΣ

1. spoil (debris):

spoil
escombros αρσ πλ

2. spoil pl (profits):

spoil
botín αρσ

II. spoil [spɔɪl] spoilt, spoilt Am: spoiled, spoiled spoilt, spoilt Am: spoiled, spoiled ΡΉΜΑ μεταβ

1. spoil (ruin):

spoil
spoil
salar λατινοαμερ
spoil party

2. spoil child:

spoil
spoil
engreír λατινοαμερ
spoil
papachar Μεξ

III. spoil [spɔɪl] spoilt, spoilt Am: spoiled, spoiled spoilt, spoilt Am: spoiled, spoiled ΡΉΜΑ αμετάβ

spoil
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil sth
to spoil
to spoil
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. spoil <spoiled [or spoilt] , spoiled [or spoilt]> [spɔɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

1. spoil (ruin):

spoil
spoil
salar λατινοαμερ
spoil party

2. spoil child:

spoil
spoil
engreír λατινοαμερ
spoil
papachar Μεξ

II. spoil <spoiled [or spoilt] , spoiled [or spoilt]> [spɔɪl] ΡΉΜΑ αμετάβ

spoil

III. spoil [spɔɪl] ΟΥΣ

1. spoil pl (profits):

spoil
botín αρσ

2. spoil (debris):

spoil
escombros αρσ πλ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
to spoil
Present
Ispoil
youspoil
he/she/itspoils
wespoil
youspoil
theyspoil
Past
Ispoiled / βρετ επίσ spoilt
youspoiled / βρετ επίσ spoilt
he/she/itspoiled / βρετ επίσ spoilt
wespoiled / βρετ επίσ spoilt
youspoiled / βρετ επίσ spoilt
theyspoiled / βρετ επίσ spoilt
Present Perfect
Ihavespoiled / βρετ επίσ spoilt
youhavespoiled / βρετ επίσ spoilt
he/she/ithasspoiled / βρετ επίσ spoilt
wehavespoiled / βρετ επίσ spoilt
youhavespoiled / βρετ επίσ spoilt
theyhavespoiled / βρετ επίσ spoilt
Past Perfect
Ihadspoiled / βρετ επίσ spoilt
youhadspoiled / βρετ επίσ spoilt
he/she/ithadspoiled / βρετ επίσ spoilt
wehadspoiled / βρετ επίσ spoilt
youhadspoiled / βρετ επίσ spoilt
theyhadspoiled / βρετ επίσ spoilt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

too many cooks spoil the broth παροιμ
spare the rod and spoil the child παροιμ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Much of the route is through a mining landscape, with spoil heaps and flooded pits.
en.wikipedia.org
As one pit was exhausted, it was filled with spoil from the next.
en.wikipedia.org
The site of the mine and its spoil heaps remain.
en.wikipedia.org
The spoil heap of excavated soil can be 50cm 0 across and 12cm 0 high.
en.wikipedia.org
His father sent him out into the world so that he could learn the hardships of life and not be spoiled by a rich upbringing.
en.wikipedia.org