Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Picardía
Dorfgemeinschaft

στο λεξικό PONS

vil·lage com·ˈmun·ity ΟΥΣ

Dorfgemeinschaft θηλ <-, -en>
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

I. vil·lage [ˈvɪlɪʤ] ΟΥΣ

1. village (settlement):

Dorf ουδ <-(e)s, Dör·fer>
Fischerdorf ουδ <-(e)s, -dörfer>

2. village + ενικ/pl ρήμα (populace):

II. vil·lage [ˈvɪlɪʤ] ΟΥΣ modifier

village (hall, life, pub, school, shop):

I. com·mu·nity [kəˈmju:nəti, αμερικ -nət̬i] ΟΥΣ

1. community ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ:

Gemeinde θηλ <-, -n>

2. community (group):

community of joint owners ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ
Gütergemeinschaft θηλ <-, -en>

3. community no pl (togetherness):

Gemeinschaft θηλ <-, -en>

4. community no pl (public):

5. community ΟΙΚΟΛ:

Flora θηλ <-, Flo̱·ren>
Fauna θηλ <-, Fa̱u̱·nen>

6. community ΔΙΑΔ:

Community θηλ <-, -ties>

II. com·mu·nity [kəˈmju:nəti, αμερικ -nət̬i] ΟΥΣ modifier

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

community ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

community ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

community

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The village community independently owns and maintains village services and infrastructure including roads, community lands, the village hall, and stormwater.
en.wikipedia.org
Of all the public buildings, only the former schoolhouse, which has been converted into a village community centre, is worthy of note.
en.wikipedia.org
Eventually, in the years 1994-1997, a village community centre was built right on this square.
en.wikipedia.org
The local community spirit is typical of a close-knit village community.
en.wikipedia.org
It is an effort of a village community who wanted to protect the birds nesting in their village.
en.wikipedia.org