Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

指挥官
Grundschul[aus]bildung

στο λεξικό PONS

pri·ma·ry edu·ˈca·tion ΟΥΣ no pl esp βρετ

στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

edu·ca·tion [ˌeʤʊˈkeɪʃən] ΟΥΣ no pl

1. education:

Bildung θηλ <-, -en>
Ausbildung θηλ <-, -en>

2. education (knowledge):

Bildung θηλ <-, -en>

3. education:

Erziehungswesen ουδ <-s> kein pl
Bildungswesen ουδ <-s>

4. education (study of teaching):

Pädagogik θηλ <->
Erziehungswissenschaft θηλ <-> kein pl

I. pri·ma·ry [ˈpraɪməri, αμερικ -meri] ΕΠΊΘ αμετάβλ

1. primary (principal):

primär τυπικ
Hauptanliegen ουδ <-s, ->

2. primary (not derivative):

3. primary esp βρετ, αυστραλ (education):

II. pri·ma·ry [ˈpraɪməri, αμερικ -meri] ΟΥΣ αμερικ ΠΟΛΙΤ

Vorwahl θηλ <-, -en>
Καταχώριση OpenDict

primary ΡΉΜΑ

to be primaried ΠΟΛΙΤ αμερικ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

primary education

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Between 1905 and 1925 he wrote a number of successful science textbooks, mostly for primary education.
en.wikipedia.org
In 2008, there was 11,45% of the children attended the bilingual schools in primary education.
en.wikipedia.org
It has about 100 pupils in five classes that span the seven years of primary education.
en.wikipedia.org
He entered boarding school for his primary education.
en.wikipedia.org
Glen started primary education at his home village, but did not continue after his family moved.
en.wikipedia.org