στο λεξικό PONS
I. source [sɔ:s, αμερικ sɔ:rs] ΟΥΣ
1. source:
2. source (of information):
3. source usu pl (person):
II. source [sɔ:s, αμερικ sɔ:rs] ΡΉΜΑ μεταβ usu passive
1. source (have origin stated):
2. source ΟΙΚΟΝ (be obtained):
en·er·gy [ˈenəʤi, αμερικ ˈenɚ-] ΟΥΣ
1. energy no pl (vigour):
2. energy (totality of individual's power):
I. pri·ma·ry [ˈpraɪməri, αμερικ -meri] ΕΠΊΘ αμετάβλ
1. primary (principal):
2. primary (not derivative):
3. primary esp βρετ, αυστραλ (education):
of [ɒv, əv, αμερικ ɑ:v, ʌv, əv] ΠΡΌΘ
1. of after ουσ (belonging to):
2. of after ουσ (expressing relationship):
3. of after ουσ (expressing a whole's part):
4. of after ουσ (expressing quantities):
5. of after ρήμα (consisting of):
8. of after ουσ (done to):
9. of after ουσ (suffered by):
10. of (expressing cause):
11. of (expressing origin):
12. of after ρήμα (concerning):
13. of after ουσ (expressing condition):
14. of after ουσ (expressing position):
15. of after ουσ (with respect to scale):
16. of (expressing age):
17. of after ουσ (denoting example of category):
18. of after ουσ (typical of):
19. of after ουσ (expressing characteristic):
20. of after ουσ (away from):
21. of after ουσ (in time phrases):
22. of after ρήμα (expressing removal):
23. of after ουσ (apposition):
24. of dated (during):
ιδιωτισμοί:
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
primary (source of) energy ΟΥΣ
energy, power supply
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- primary color
- primary colour
- primary cycle
- primary dealer
- primary debtor
- primary energy primary source of energy
- primary expenditure
- primary exporting country
- primary health care
- primary host
- primary industry