Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Cie
Vermögensverwaltung

στο λεξικό PONS

port·fo·lio ˈman·age·ment ΟΥΣ no pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ

1. portfolio management (department):

Vermögensverwaltung θηλ <-, -en>

2. portfolio management (process):

Depotgeschäft ουδ <-(e)s, -e>
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

I. man·age·ment [ˈmænɪʤmənt] ΟΥΣ

1. management no pl of business:

Management ουδ <-s, -s>
Steuerung θηλ <-, -en>
Verwaltung θηλ <-, -en>

2. management + ενικ/pl ρήμα (managers):

Management ουδ <-s, -s>
management of hospital, theatre
Direktion θηλ <-, -en>
Führungsnachwuchs αρσ <-es> kein pl
Vorstand αρσ <-(e)s, -stän·de>

3. management no pl (handling):

Umgang αρσ <-(e)s, -gänge> mit +δοτ
management of finances
Verwalten ουδ

II. man·age·ment [ˈmænɪʤmənt] ΟΥΣ modifier ΟΙΚΟΝ

port·fo·lio [ˌpɔ:tˈfəʊliəʊ, αμερικ ˌpɔ:rtˈfoʊlioʊ] ΟΥΣ

1. portfolio (case):

Aktenmappe θηλ <-, -n>
Aktentasche θηλ <-, -n>

2. portfolio (of drawings, designs):

Mappe θηλ <-, -n>

3. portfolio ΧΡΗΜΑΤΟΠ (financial investments):

Portefeuille ουδ <-s, -s> ειδικ ορολ
Wertpapierbestand αρσ <-(e)s, -stände>
Aktienportfeuille ουδ ειδικ ορολ

4. portfolio ΠΟΛΙΤ (ministerial position):

Portefeuille ουδ <-s, -s> ειδικ ορολ
Geschäftsbereich αρσ <-(e)s, -e>
Minister(in) αρσ (θηλ) ohne Geschäftsbereich <-s, -> [o. ειδικ ορολ Portefeuille]
Καταχώριση OpenDict

management ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

portfolio management ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

portfolio management ΟΥΣ ΤΜΉΜ

portfolio management approach ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

credit portfolio management ΟΥΣ CTRL

financial portfolio management ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

equity portfolio management ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

management ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ, ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

Management ουδ

portfolio ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Portfolio ουδ
Depot ουδ
Bestand αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A number of web technology companies have also developed comprehensive all-in-one packages that provide financing, risk and return analysis, investment strategy and portfolio management capabilities.
en.wikipedia.org
In addition to traditional banking services, it provides portfolio management services, family trust, advisory and custody services to individuals with high net worth.
en.wikipedia.org
It specializes in patent litigation, patent valuation, damages, patent portfolio management and technology due diligence advisory to both law firms and corporations.
en.wikipedia.org
In active portfolio management, the aim is to maximize the relative return (often subject to a risk constraint).
en.wikipedia.org
In portfolio management, we are interested in getting high returns but at the same time reducing our risks.
en.wikipedia.org