στο λεξικό PONS
- business [or commercial]zone
- Geschäftszentrum ουδ
I. zone [zəʊn, αμερικ zoʊn] ΟΥΣ
1. zone (defined area):
2. zone (restricted area):
3. zone (in city planning):
I. com·mer·cial [kəˈmɜ:ʃəl, αμερικ -ˈmɜ:r-] ΕΠΊΘ
1. commercial (relating to commerce):
2. commercial μειωτ (profit-orientated):
- commercial production, movie, record
-
- commercial production, movie, record
-
3. commercial ΡΑΔΙΟΦ, TV (paid for by advertisements):
4. commercial (available to general public):
II. com·mer·cial [kəˈmɜ:ʃəl, αμερικ -ˈmɜ:r-] ΟΥΣ
commercial ΕΠΊΘ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
commercial zone [kəˈmɜːʃlˌzəʊn] ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
commercial ΕΠΊΘ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
zone ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ
| I | zone |
|---|---|
| you | zone |
| he/she/it | zones |
| we | zone |
| you | zone |
| they | zone |
| I | zoned |
|---|---|
| you | zoned |
| he/she/it | zoned |
| we | zoned |
| you | zoned |
| they | zoned |
| I | have | zoned |
|---|---|---|
| you | have | zoned |
| he/she/it | has | zoned |
| we | have | zoned |
| you | have | zoned |
| they | have | zoned |
| I | had | zoned |
|---|---|---|
| you | had | zoned |
| he/she/it | had | zoned |
| we | had | zoned |
| you | had | zoned |
| they | had | zoned |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.