Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lobscurité
Betonmischmaschine

στο λεξικό PONS

ce·ˈment mix·er ΟΥΣ

Betonmischmaschine θηλ <-, -n>
στο λεξικό PONS

I. ce·ment [sɪˈment] ΟΥΣ no pl

1. cement (powder):

Zement αρσ <- (s), -e>

2. cement:

Klebstoff αρσ <-(e)s, -e>
Leim αρσ <-(e)s, -e>
[Zahn]zement αρσ

3. cement μτφ (uniting force):

Band ουδ <-(e)s, -e> τυπικ

II. ce·ment [sɪˈment] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cement:

to cement over sth
to cement up sth

2. cement also μτφ (bind):

etw festigen [o. τυπικ zementieren]

mix·er [ˈmɪksəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. mixer (machine):

Mixer αρσ
Mixgerät ουδ
Handmixer αρσ
Standmixer αρσ

2. mixer (friendly person):

3. mixer αμερικ αργκ (party):

4. mixer (drink):

5. mixer Η/Υ:

Mischer αρσ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

cement ΟΥΣ

Ορολογία μηχατρονικής της Klett

ˈmix·er ΟΥΣ ΤΕΧΝΟΛ

Present
Icement
youcement
he/she/itcements
wecement
youcement
theycement
Past
Icemented
youcemented
he/she/itcemented
wecemented
youcemented
theycemented
Present Perfect
Ihavecemented
youhavecemented
he/she/ithascemented
wehavecemented
youhavecemented
theyhavecemented
Past Perfect
Ihadcemented
youhadcemented
he/she/ithadcemented
wehadcemented
youhadcemented
theyhadcemented

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

When he was 14, he was attempting to steal a cement mixer from a construction site when it fell, crushing his toes; this injury left him with a permanent limp.
en.wikipedia.org
We also put sluices in the trees to channel snow down onto runs much like chutes on a cement mixer.
www.straight.com
The biography says the author drove a school bus and operated a cement mixer.
www.stuff.co.nz
However, the cement mixer only contains water.
en.wikipedia.org
The first 3 vehicles were a road roller, muir hill dumper and a cement mixer.
en.wikipedia.org