Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

cronies
principle

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Grund·satz [ˈgrʊntzats] ΟΥΣ αρσ

Grundsatz
es sich δοτ zum Grundsatz machen, etw zu tun
aus Grundsatz

fair-trial-Grund·satz [fɛ:ɐ̯ˈtraiəl-] ΟΥΣ αρσ ΝΟΜ

fair-trial-Grundsatz
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Grundsatz αρσ
Grundsatz αρσ
ein fundierter Grundsatz
nach einem Grundsatz handeln
einen Grundsatz widerlegen
einen Grundsatz vertreten
Grundsatz αρσ des rechtlichen Gehörs
Grundsatz αρσ der Verhältnismäßigkeit
Grundsatz αρσ
Grundsatz αρσ der Freiwilligkeit ουδ
Grundsatz αρσ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Grundsatz der Fristengleichheit ΟΥΣ αρσ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Grundsatz αρσ
Grundsatz der Fristengleichheit αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

es sich δοτ zum Grundsatz machen, etw zu tun
aus Grundsatz

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Auch hier wird ein nach versicherungsmathematischen Grundsätzen ermitteltes Deckungskapital angesammelt.
de.wikipedia.org
Allerdings handelt es sich bei den Grundsätzen um unternehmenspolitische Statements; sie bieten keine handlungsorientierten Ansätze für eine managementpraktische Umsetzung.
de.wikipedia.org
Das Haus ist besucherfreundlich und steht in Einklang mit den Grundsätzen des Parlaments hinsichtlich der Zugänglichkeit allen offen.
de.wikipedia.org
Dies hing damit zusammen, dass sie nach islamischen Grundsätzen als Nichtgläubige versklavt werden durften.
de.wikipedia.org
Es ist behauptet worden, dass diese Grundsätze stark an die nicht-hierarchischen Beziehungen erinnern, welche Anarchisten vor allem seit dem 19. Jahrhundert gefordert haben.
de.wikipedia.org