Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Calvados
oak
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

ei·chen1 [ˈaiçn̩] ΕΠΊΘ

eichen
eichen
oaken dated

ei·chen2 [ˈaiçn̩] ΡΉΜΑ μεταβ

1. eichen (einstellen):

etw eichen
to gauge sth
Gewichte/Maße eichen

2. eichen οικ:

auf etw αιτ geeicht sein
to be well up on sth οικ

Ei·che <-, -n> [ˈaiçə] ΟΥΣ θηλ

1. Eiche (Baumart):

2. Eiche kein πλ (Eichenholz):

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
eichen nach ουσ
ein Instrument/eine Waage/ein Thermometer eichen [o. ειδικ ορολ kalibrieren]
Eiche θηλ <-, -n>
Eiche θηλ <-, -n>
oak leaves
Eichen-
Eichen-
Präsens
icheiche
dueichst
er/sie/eseicht
wireichen
ihreicht
sieeichen
Präteritum
icheichte
dueichtest
er/sie/eseichte
wireichten
ihreichtet
sieeichten
Perfekt
ichhabegeeicht
duhastgeeicht
er/sie/eshatgeeicht
wirhabengeeicht
ihrhabtgeeicht
siehabengeeicht
Plusquamperfekt
ichhattegeeicht
duhattestgeeicht
er/sie/eshattegeeicht
wirhattengeeicht
ihrhattetgeeicht
siehattengeeicht

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Hier sammelte er in 16 Monaten 120 Orchideenarten mit über 10.000 Exemplaren, 67 Eichen und ähnliche Pflanzen.
de.wikipedia.org
Die Raupen ernähren sich von den Blättern von Eichen (Quercus).
de.wikipedia.org
Die im Stil des Barock erbaute Kirche wurde ganz aus Eichen- und Fichtenholz erbaut.
de.wikipedia.org
Er besiedelt trockene bis frische, lichte Eichen- und Kiefernwälder und deren Ränder, lichte Gebüschsäume und Halbtrockenrasen.
de.wikipedia.org
Er kann aber auch in seltenen Fällen mit anderen Laubbäumen, wie Hainbuchen und Eichen eine Symbiose eingehen.
de.wikipedia.org