στο λεξικό PONS
Feuch·tig·keit <-> [ˈfɔyçtɪçkait] ΟΥΣ θηλ kein πλ
1. Feuchtigkeit (leichte Nässe):
2. Feuchtigkeit (Wassergehalt):
Hoch·druck-Flüs·sig·keits-Chro·ma·to·gra·fie ΟΥΣ θηλ ΧΗΜ
Feuch·tig·keits·ver·lust <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ
feuch·tig·keits·fest ΕΠΊΘ
Feuch·tig·keits·lo·ti·on <-, -en> ΟΥΣ θηλ
Feuch·tig·keits·fak·tor <-s, -en> ΟΥΣ αρσ
Feuch·tig·keits·pfle·ge <-, ohne pl> ΟΥΣ θηλ
feuch·tig·keits·si·cher ΕΠΊΘ ΤΕΧΝΟΛ
- feuchtigkeitssicher Isolierung, Verpackung, Material
-
- feuchtigkeitssicher Isolierung, Verpackung, Material
-
Feuch·tig·keits·film ΟΥΣ αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Steuergerechtigkeit ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Tätigkeitsfeld ΟΥΣ ουδ ΤΜΉΜ
Fristigkeitsausweis ΟΥΣ αρσ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Tätigkeitsspektrum ΟΥΣ ουδ ΤΜΉΜ
Tätigkeitsbericht ΟΥΣ αρσ ΛΟΓΙΣΤ
Tätigkeitsgebiet ΟΥΣ ουδ ΤΜΉΜ
Tätigkeitsbezüge ΟΥΣ αρσ ΛΟΓΙΣΤ
Fristigkeitsstufe ΟΥΣ θηλ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Gültigkeitsdatum ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
Gleichartigkeit
Stoßfestigkeit
Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA
Flüssigkeitsauslass
Flüssigkeitssammler
Flüssigkeitsleitung
Kupfer-Flüssigkeitsleitung
Flüssigkeitsschlag
Flüssigkeitseinlass
Öl- und Flüssigkeitsschläge
Verdichtersatz mit Flüssigkeitssammler
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.