Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sesquisser
primate

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

primat [pʀima] ΟΥΣ αρσ

1. primat (archevêque):

primat

2. primat (primauté):

primat

I. primer [pʀime] ΡΉΜΑ μεταβ

1. primer (l'emporter sur):

2. primer (récompenser):

primer œuvre, animal

II. primer sur ΡΉΜΑ μεταβ

primer sur μεταβ έμμ αντικείμ αμφιλεγ:

I. 1.

III. primer [pʀime] ΡΉΜΑ αμετάβ (dominer)

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
primat αρσ (of de)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

primer [pʀime] ΡΉΜΑ μεταβ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
primat αρσ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

primer [pʀime] ΡΉΜΑ μεταβ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
primat αρσ
Présent
jeprime
tuprimes
il/elle/onprime
nousprimons
vousprimez
ils/ellespriment
Imparfait
jeprimais
tuprimais
il/elle/onprimait
nousprimions
vousprimiez
ils/ellesprimaient
Passé simple
jeprimai
tuprimas
il/elle/onprima
nousprimâmes
vousprimâtes
ils/ellesprimèrent
Futur simple
jeprimerai
tuprimeras
il/elle/onprimera
nousprimerons
vousprimerez
ils/ellesprimeront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il continue à occuper son siège diocésain en plus de sa charge de primat.
fr.wikipedia.org
Le primat de la perception signifie un primat de l’expérience, dans la mesure où la perception revêt une dimension active et constitutive.
fr.wikipedia.org
La primatie, généralement due à l'ancienneté du siège, s'exerçait sur les propres diocésains du primat ainsi que sur les évêchés qui étaient ses suffragants.
fr.wikipedia.org
L'orléanisme procède d'une démarche différente : le choix d'une dynastie résulte du primat accordé à une doctrine.
fr.wikipedia.org
Chacune d’elles est autocéphale, c’est-à-dire dirigée par son propre synode habilité à choisir son primat.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "primat" σε άλλες γλώσσες