Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

bleibts
Huftiere
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. hoof <pl hooves [or -s]> [hu:f, αμερικ esp hʊf] ΟΥΣ

Huf αρσ <-(e)s, -e>
Klaue θηλ <-, -n>

ιδιωτισμοί:

sth was done on the hoof βρετ

II. hoof [hu:f, αμερικ esp hʊf] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

laufen <läufst, lief, gelaufen>

clo·ven ˈhoof ΟΥΣ

cloven hoof of devil:

Pferdefuß αρσ <-es, -füße>
Καταχώριση OpenDict

cloven-hoofed ΕΠΊΘ

cloven-hoofed
cloven-hoofed animal
Paarhufer αρσ
Καταχώριση OpenDict

hoof ΟΥΣ

I only had time for lunch on the hoof βρετ μτφ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
hoofed game
hoofed animal
cloven-hoofed animal
to paw [or scrape] [at] sth with a hoof
Present
Ihoof
youhoof
he/she/ithoofs
wehoof
youhoof
theyhoof
Past
Ihoofed
youhoofed
he/she/ithoofed
wehoofed
youhoofed
theyhoofed
Present Perfect
Ihavehoofed
youhavehoofed
he/she/ithashoofed
wehavehoofed
youhavehoofed
theyhavehoofed
Past Perfect
Ihadhoofed
youhadhoofed
he/she/ithadhoofed
wehadhoofed
youhadhoofed
theyhadhoofed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)