Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

preocupándome
Marienkapelle

στο λεξικό PONS

ˈLady chap·el ΟΥΣ

στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

chap·el [ˈtʃæpəl] ΟΥΣ

1. chapel (for worship):

Kapelle θηλ <-, -n>

2. chapel esp βρετ (unorthodox church):

3. chapel ΣΧΟΛ, ΠΑΝΕΠ (service):

Andacht θηλ <-, -en>

lady [ˈleɪdi] ΟΥΣ

1. lady (woman):

Frau θηλ <-, -en>
Putzfrau θηλ <-, -en>
Raumpflegerin θηλ <-, -nen>

2. lady (woman with social status):

Dame θηλ <-, -n>
that's no ladythat's my wife χιουμ
das ist keine Damedas ist meine Frau χιουμ
the lady of the house dated τυπικ

3. lady τυπικ (polite address):

4. lady αμερικ αργκ:

Lady θηλ <-, -s>
hey, Lady, warum so eilig? αργκ

ιδιωτισμοί:

ladies who lunch μειωτ
betuchte Frauen μειωτ

Lady [ˈleɪdi] ΟΥΣ

1. Lady (title):

Lady <-, -s> kein άρθ

2. Lady ΘΡΗΣΚ:

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Chapels were added in 1906 (lady chapel) and 1908 (mortuary chapel).
en.wikipedia.org
The side arches lead to a Lady chapel (attached to the south side of the chancel) and a vestry.
en.wikipedia.org
The standing remains include the roofless west tower, nave, chancel and a large 14th century lady chapel to the south.
en.wikipedia.org
The church survived this time largely intact although the lady chapel was demolished in 1964.
en.wikipedia.org
The chancel and Lady chapel have vaulted wooden ceilings with corbelled supporting arches.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "Lady chapel" σε άλλες γλώσσες