Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

razvažanje
flacon de parfum

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. scent [βρετ sɛnt, αμερικ sɛnt] ΟΥΣ

1. scent:

odeur θηλ
parfum αρσ

2. scent (body smell):

fumet αρσ
odeur θηλ

3. scent ΚΥΝΉΓΙ:

piste θηλ
trace θηλ
relents αρσ πλ
to pick up the scent κυριολ, μτφ
to be (hot) on the scent of sth/sb

4. scent (perfume):

parfum αρσ

II. scent [βρετ sɛnt, αμερικ sɛnt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. scent (smell):

scent κυριολ prey, animal
scent police dog: drugs, explosives
scent μτφ danger, trouble
scent scandal

2. scent (perfume):

scent air, room

I. bottle [βρετ ˈbɒt(ə)l, αμερικ ˈbɑdl] ΟΥΣ

1. bottle (container):

bouteille θηλ
flacon αρσ
biberon αρσ
bouteille θηλ

2. bottle (alcohol) μτφ, οικ:

3. bottle βρετ (courage):

bottle οικ
courage αρσ
bottle οικ
cran αρσ οικ
se dégonfler οικ

II. bottle [βρετ ˈbɒt(ə)l, αμερικ ˈbɑdl] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bottle (put in bottles):

bottle milk, wine

2. bottle βρετ (preserve):

bottle fruit

III. bottled ΕΠΊΘ

bottled beer, gas
bottled fruit
eau θηλ minérale

στο λεξικό PONS

scent bottle ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

I. scent [sent] ΟΥΣ

1. scent (aroma):

odeur θηλ

2. scent no πλ βρετ (perfume):

parfum αρσ

ιδιωτισμοί:

to be on the scent of sb/sth

II. scent [sent] ΡΉΜΑ μεταβ

1. scent (person):

2. scent (animal):

3. scent (sense):

4. scent (apply scent):

I. bottle [ˈbɒtl, αμερικ ˈbɑ:t̬l] ΟΥΣ

1. bottle (container):

bouteille θηλ

2. bottle βρετ οικ (courage):

courage αρσ

II. bottle [ˈbɒtl, αμερικ ˈbɑ:t̬l] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bottle βρετ (preserve in jars):

2. bottle (put into bottles):

στο λεξικό PONS

scent bottle ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

I. scent [sent] ΟΥΣ

1. scent (aroma):

odeur θηλ

2. scent (perfume):

parfum αρσ

3. scent (animal's mark):

ιδιωτισμοί:

to be on the scent of sb/sth

II. scent [sent] ΡΉΜΑ μεταβ

1. scent (smell):

2. scent (detect):

3. scent (apply perfume):

I. bottle [ˈba·t̬l] ΟΥΣ (container)

bouteille θηλ
biberon αρσ

II. bottle [ˈba·t̬l] ΡΉΜΑ μεταβ

Present
Iscent
youscent
he/she/itscents
wescent
youscent
theyscent
Past
Iscented
youscented
he/she/itscented
wescented
youscented
theyscented
Present Perfect
Ihavescented
youhavescented
he/she/ithasscented
wehavescented
youhavescented
theyhavescented
Past Perfect
Ihadscented
youhadscented
he/she/ithadscented
wehadscented
youhadscented
theyhadscented

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Through the ages, scent bottles have captured the spirit of the times.
www.dailymail.co.uk
There are collections of tastevins -- decorative silver cups once carried by wine waiters to enable diners to sample the bottle of their choice -- and decorative scent bottles.
www.afr.com