Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Windeln
incidents

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. incident [βρετ ˈɪnsɪd(ə)nt, αμερικ ˈɪnsəd(ə)nt] ΟΥΣ

1. incident (event):

incident αρσ
épisode αρσ

2. incident (disturbance):

incident αρσ

II. incident [βρετ ˈɪnsɪd(ə)nt, αμερικ ˈɪnsəd(ə)nt] ΕΠΊΘ

1. incident τυπικ:

incident to (related to) membership, ownership, role

2. incident ΦΥΣ:

border incident ΟΥΣ

shooting incident ΟΥΣ

incident room ΟΥΣ βρετ

incident tape ΟΥΣ ΜΕΤΑΦΟΡΈς

a spate on incidents
unconnected incidents, facts
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
a day full of incidents

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

incident ΟΥΣ

incident αρσ
escalate incidents, problem
outstanding feature, incident
ugly incident
to repeat itself incident
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

incident ΟΥΣ

incident αρσ
escalate incidents, problem
outstanding feature, incident
ugly incident
to repeat itself incident
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

At the restarts, there were a number of cars 5 car lengths behind the car in front which should mean a stop-go penalty but these incidents went unpunished.
en.wikipedia.org
The relations remained cordial and entered into a second period between 1910 and 1963 with two diplomatic incidents occurring in 1928 and 1955.
en.wikipedia.org
These incidents put the future of aid operations to the region in jeopardy.
en.wikipedia.org
Such incidents were rare but costly and culprits were difficult to apprehend.
en.wikipedia.org
Many politicians downplayed the incidents, claiming that the situation was under control.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "incidents" σε άλλες γλώσσες