Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: susdit , loustic , appétit , petit και instit

instit [ɛ͂stit] ΟΥΣ αρσ θηλ οικ

instit συντομογραφία: instituteur(-trice)

[Grundschul]lehrer(in) αρσ (θηλ)

I . petit(e) [p(ə)ti, it] ΕΠΊΘ

2. petit (de courte durée):

petit(e)

3. petit (de basse extraction):

petit(e)
Kleinbauer αρσ

5. petit (terme affectueux):

petit(e)
petit(e) mots
Freund αρσ

6. petit (condescendant):

7. petit (mesquin, bas, vil):

8. petit (médiocre):

Filmchen ουδ

9. petit (pour atténuer):

petit(e)

ιδιωτισμοί:

se faire tout(e) petit(e)

II . petit(e) [p(ə)ti, it] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

1. petit:

petit(e) (enfant)
Kleine(r) θηλ(αρσ)
petit(e) (enfant de qn)
Kleine(r)
petit(e) (enfant de qn)
Kind ουδ

2. petit ΖΩΟΛ:

petit(e)
Junge(s) ουδ

3. petit ΠΟΛΙΤ:

petit(e)

III . petit(e) [p(ə)ti, it] ΕΠΊΡΡ

ιδιωτισμοί:

loustic [lustik] ΟΥΣ αρσ οικ (drôle de zig)

susdit(e) [sysdi, dit] ΕΠΊΘ τυπικ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina