Γαλλικά » Γερμανικά

répartie [ʀəpaʀti], repartie [ʀepaʀti] ΟΥΣ θηλ

avoir de la répartie [ou la répartie facile]

repartir [ʀ(ə)paʀtiʀ] ΡΉΜΑ αμετάβ +être

1. repartir (se remettre à avancer):

ιδιωτισμοί:

et c'est reparti pour un tour ! οικ

II . répartir [ʀepaʀtiʀ] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. répartir (se partager):

3. répartir (se diviser):

Παραδειγματικές φράσεις με répartie

avoir de la répartie [ou la répartie facile]
sens de la répartie

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "répartie" σε άλλες γλώσσες


Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina